Διροφιλαρίωση στον σκύλο: Συμπτώματα και πρόληψη

Διροφιλαρίωση στο σκύλο

Διροφιλαρίωση στον σκύλο: Γιατί είναι συχνή στη Βόρεια Ελλάδα και πώς προλαμβάνεται;

Η διροφιλαρίωση στον σκύλο, γνωστή και ως «νόσος του σκουληκιού της καρδιάς», είναι μια σοβαρή παρασιτική νόσος που μεταδίδεται με το τσίμπημα μολυσμένου κουνουπιού. Προκαλείται από το παράσιτο Dirofilaria immitis και μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές βλάβες στις πνευμονικές αρτηρίες, στους πνεύμονες και, σε προχωρημένα περιστατικά, στη δεξιά πλευρά της καρδιάς.

Η νόσος είναι ενδημική στη νότια Ευρώπη και παρουσιάζει ιδιαίτερη σημασία στη Βόρεια Ελλάδα. Σε ελληνική μελέτη που εξέτασε σκύλους σε πέντε γεωγραφικές περιοχές, το παράσιτο της D. immitis ανιχνεύθηκε στο 14% του δείγματος από τη Θεσσαλονίκη, με τη συχνότητα να μειώνεται προοδευτικά προς τις νοτιότερες περιοχές.

Νεότερα ελληνικά δεδομένα δείχνουν, πάντως, ότι η λοίμωξη δεν περιορίζεται πλέον μόνο στη Βόρεια Ελλάδα. Σε έρευνα του 2023–2024 σε περιοχές που παλαιότερα θεωρούνταν χαμηλότερου κινδύνου, θετικό ήταν συνολικά το 10,8% των 1.528 εξεταζόμενων σκύλων, γεγονός που υποστηρίζει ότι η γεωγραφική κατανομή της νόσου επεκτείνεται.

Τι ακριβώς είναι η διροφιλαρίωση;

Το παράσιτο Dirofilaria immitis είναι ένας νηματώδης σκώληκας. Παρότι συχνά αποκαλείται «σκουλήκι της καρδιάς», τα ενήλικα παράσιτα βρίσκονται κυρίως μέσα στις πνευμονικές αρτηρίες. Η δεξιά καρδιά προσβάλλεται συνήθως σε πιο προχωρημένο στάδιο ή όταν υπάρχει μεγάλος αριθμός παρασίτων. Για τον λόγο αυτό, η διροφιλαρίωση θεωρείται σε μεγάλο βαθμό νόσος της πνευμονικής κυκλοφορίας.

Τα ενήλικα θηλυκά παράσιτα μπορούν να φτάσουν περίπου τα 25–30 εκατοστά και να επιβιώσουν στον σκύλο για αρκετά χρόνια, προκαλώντας προοδευτική φλεγμονή και βλάβη στα πνευμονικά αγγεία.

Πώς μεταδίδεται;

Η διροφιλαρίωση δεν μεταδίδεται απευθείας από έναν σκύλο σε άλλον.

Για να ολοκληρωθεί ο κύκλος μετάδοσης χρειάζεται το κουνούπι:

  1. Ένα κουνούπι τσιμπά έναν μολυσμένο σκύλο και προσλαμβάνει μικροσκοπικές προνύμφες, τις μικροφιλάριες.

  2. Οι προνύμφες εξελίσσονται μέσα στο κουνούπι.

  3. Με επόμενο τσίμπημα μεταδίδονται σε άλλον σκύλο.

  4. Μεταναστεύουν σταδιακά μέσα στο σώμα και φτάνουν στις πνευμονικές αρτηρίες.

  5. Περίπου έξι μήνες μετά τη μόλυνση μπορούν να έχουν εξελιχθεί σε ενήλικα παράσιτα.

Οι σκύλοι με μικροφιλάριες στο αίμα λειτουργούν ως δεξαμενές της λοίμωξης, επειδή επιτρέπουν τη μετάδοσή της μέσω των κουνουπιών.

Γιατί είναι αυξημένος ο κίνδυνος στη Βόρεια Ελλάδα;

Η μετάδοση επηρεάζεται από τη θερμοκρασία, την υγρασία, τον αριθμό των κουνουπιών και την παρουσία μολυσμένων σκύλων στην περιοχή. Περιοχές με υγρό περιβάλλον, ποτάμια, λίμνες, αρδευόμενες εκτάσεις και σημαντικό πληθυσμό αδέσποτων ή απροστάτευτων σκύλων μπορούν να υποστηρίξουν αποτελεσματικότερα τον κύκλο του παρασίτου.

Μεγαλύτερο κίνδυνο μπορεί να έχουν:

  • σκύλοι που ζουν ή κοιμούνται σε εξωτερικό χώρο,

  • κυνηγετικοί και ποιμενικοί σκύλοι,

  • σκύλοι κοντά σε λίμνες, ποτάμια ή περιοχές με πολλά κουνούπια,

  • ζώα χωρίς σταθερό πρόγραμμα προληπτικής αγωγής,

  • σκύλοι που ταξιδεύουν ή μετακινούνται μεταξύ ενδημικών περιοχών.

Ωστόσο, και ένας σκύλος που ζει κυρίως μέσα στο σπίτι μπορεί να μολυνθεί, καθώς τα κουνούπια εισέρχονται εύκολα σε εσωτερικούς χώρους.

Ποια συμπτώματα προκαλεί;

Στα πρώτα στάδια, ένας μολυσμένος σκύλος μπορεί να μη δείχνει κανένα σύμπτωμα. Οι βλάβες όμως στις πνευμονικές αρτηρίες μπορούν να εξελίσσονται σταδιακά.

Τα συχνότερα συμπτώματα περιλαμβάνουν:

  • χρόνιο ή επαναλαμβανόμενο βήχα,

  • εύκολη κόπωση,

  • μειωμένη αντοχή στον περίπατο,

  • δυσκολία ή γρήγορη αναπνοή,

  • αδυναμία,

  • λιποθυμικό επεισόδιο μετά από άσκηση ή ενθουσιασμό,

  • μειωμένη όρεξη,

  • απώλεια βάρους.

Σε προχωρημένα περιστατικά μπορεί να εμφανιστούν πνευμονική υπέρταση, δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια και συγκέντρωση υγρού στην κοιλιά, η οποία ονομάζεται ασκίτης.

Πότε αποτελεί επείγον περιστατικό;

Άμεση κτηνιατρική βοήθεια απαιτείται όταν ο σκύλος παρουσιάζει:

  • έντονη δύσπνοια,

  • κατάρρευση ή λιποθυμία,

  • βήχα με αίμα,

  • ξαφνική σοβαρή αδυναμία,

  • πολύ ωχρά ούλα,

  • σκουρόχρωμα ή κοκκινωπά ούρα,

  • έντονη διόγκωση της κοιλιάς.

Σε βαριές λοιμώξεις, τα παράσιτα μπορεί να μετακινηθούν από τις πνευμονικές αρτηρίες προς τις δεξιές καρδιακές κοιλότητες, προκαλώντας το λεγόμενο σύνδρομο κοίλης φλέβας. Πρόκειται για επείγουσα και απειλητική για τη ζωή κατάσταση, η οποία μπορεί να απαιτήσει μηχανική αφαίρεση των παρασίτων.

Πώς γίνεται η διάγνωση;

Ο βασικός προληπτικός έλεγχος συνήθως περιλαμβάνει δύο συμπληρωματικές εξετάσεις αίματος.

Τεστ αντιγόνου

Ανιχνεύει αντιγόνα που παράγονται κυρίως από ενήλικα θηλυκά παράσιτα. Τα αντιγόνα συνήθως γίνονται ανιχνεύσιμα περίπου 6–8 μήνες μετά τη μόλυνση.

Αυτό σημαίνει ότι μια πολύ πρόσφατη λοίμωξη μπορεί να μην ανιχνευθεί ακόμη. Αρνητικό αποτέλεσμα μπορεί επίσης να υπάρξει όταν υπάρχουν ελάχιστα παράσιτα ή μόνο αρσενικοί σκώληκες.

Έλεγχος μικροφιλαριών

Η τροποποιημένη μέθοδος Knott χρησιμοποιείται για την ανίχνευση και μορφολογική αναγνώριση μικροφιλαριών στο αίμα. Είναι σημαντικό να διαφοροποιούνται οι μικροφιλάριες του D. immitis από εκείνες άλλων φιλαριών, όπως το Dirofilaria repens. Ένα αρνητικό αποτέλεσμα δεν αποκλείει τη νόσο, καθώς υπάρχουν λοιμώξεις χωρίς κυκλοφορούσες μικροφιλάριες.

Όταν επιβεβαιωθεί η λοίμωξη, μπορεί να χρειαστούν επιπλέον:

  • ακτινογραφίες θώρακα,

  • υπερηχοκαρδιογράφημα,

  • αιματολογικές και βιοχημικές εξετάσεις,

  • γενική ούρων,

  • αξιολόγηση της πνευμονικής πίεσης και της δεξιάς καρδιάς.

Οι εξετάσεις αυτές βοηθούν στην εκτίμηση της βαρύτητας και στον ασφαλή σχεδιασμό της θεραπείας.

Γιατί χρειάζεται υπέρηχος καρδιάς;

Ο υπέρηχος δεν αντικαθιστά το τεστ αίματος ως μέθοδο προληπτικού ελέγχου. Μπορεί όμως να είναι ιδιαίτερα σημαντικός σε σκύλους με:

  • δύσπνοια ή λιποθυμικά επεισόδια,

  • ενδείξεις πνευμονικής υπέρτασης,

  • διάταση της δεξιάς καρδιάς,

  • μεγάλη πιθανότητα ύπαρξης πολλών παρασίτων,

  • υποψία συνδρόμου κοίλης φλέβας.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα ενήλικα παράσιτα μπορούν να απεικονιστούν μέσα στην πνευμονική αρτηρία ή στις δεξιές καρδιακές κοιλότητες.

Πώς αντιμετωπίζεται;

Η θεραπεία εξαρτάται από το στάδιο της νόσου, τον αριθμό των παρασίτων και την κατάσταση της καρδιάς και των πνευμόνων.

Ένα οργανωμένο θεραπευτικό πρωτόκολλο μπορεί να περιλαμβάνει:

  • φαρμακευτική αγωγή που δρα στις ανώριμες μορφές,

  • θεραπεία για τη μείωση των βακτηρίων Wolbachia που συμβιώνουν με το παράσιτο,

  • ενέσιμη ενηλικοκτόνο θεραπεία για την εξάλειψη των ενήλικων παρασίτων,

  • υποστηρικτική αγωγή ανάλογα με τα συμπτώματα,

  • αυστηρό περιορισμό της άσκησης πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία.

Η καταστροφή των ενήλικων παρασίτων μπορεί να προκαλέσει πνευμονική θρομβοεμβολή, καθώς τα νεκρά τμήματα μεταφέρονται στα μικρότερα πνευμονικά αγγεία. Για τον λόγο αυτό, η θεραπεία δεν είναι μια απλή «αποπαρασίτωση» και πρέπει να πραγματοποιείται με συγκεκριμένο πρωτόκολλο και στενή κτηνιατρική παρακολούθηση.

Ο περιορισμός της άσκησης αποτελεί βασικό μέρος της θεραπείας. Η έντονη δραστηριότητα αυξάνει την αιματική ροή στους ήδη τραυματισμένους πνεύμονες και μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο επιπλοκών.

Μπορεί να προληφθεί;

Ναι. Η διροφιλαρίωση είναι πολύ ασφαλέστερο και ευκολότερο να προλαμβάνεται παρά να θεραπεύεται.

Η πρόληψη βασίζεται στη χορήγηση κατάλληλου κτηνιατρικού σκευάσματος που εξουδετερώνει τις προνύμφες πριν εξελιχθούν σε ενήλικα παράσιτα. Υπάρχουν μηνιαίες από του στόματος ή τοπικές επιλογές, καθώς και σκευάσματα παρατεταμένης δράσης όπου είναι εγκεκριμένα και κατάλληλα για τον συγκεκριμένο σκύλο. Σε ενδημικές περιοχές, όπως η βόρεια Ελλάδα, απαιτείται προληπτική αντιπαρασιτική αγωγή όλους τους μήνες του χρόνου.

Η χρήση εντομοαπωθητικού που μειώνει τα τσιμπήματα των κουνουπιών μπορεί να προσφέρει πρόσθετη προστασία, αλλά δεν αντικαθιστά την ειδική προληπτική αγωγή κατά της διροφιλαρίωσης.

Συχνές ερωτήσεις

Κινδυνεύει ένας σκύλος που ζει μέσα στο σπίτι;

Ναι. Η παραμονή στο σπίτι μειώνει πιθανώς την έκθεση, αλλά δεν την εξαφανίζει, καθώς αρκεί το τσίμπημα ενός μολυσμένου κουνουπιού.

Ένα αρνητικό τεστ αποκλείει πάντα τη λοίμωξη;

Όχι σε όλες τις περιπτώσεις. Η εξέταση μπορεί να είναι αρνητική σε πολύ πρόσφατη μόλυνση, σε μικρό παρασιτικό φορτίο ή όταν υπάρχουν μόνο αρσενικά παράσιτα. Ο κτηνίατρος αξιολογεί το αποτέλεσμα μαζί με το ιστορικό πρόληψης.

Μπορώ να ξεκινήσω προληπτικό χάπι χωρίς εξέταση;

Σε έναν ενήλικο σκύλο με άγνωστο ή ασυνεπές ιστορικό πρόληψης, πρέπει να προηγηθεί πάντα κτηνιατρικός έλεγχος.

Συμπέρασμα

Η διροφιλαρίωση μπορεί να παραμένει χωρίς συμπτώματα για αρκετούς μήνες, ενώ στο μεταξύ προκαλεί προοδευτικές και ενίοτε μη αναστρέψιμες βλάβες στις πνευμονικές αρτηρίες.

Το άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά την κλινική εξέταση ή το εξατομικευμένο πρόγραμμα πρόληψης και θεραπείας από κτηνίατρο.


Βαλάντης Σκρέκας, Κτηνίατρος

Κτηνιατρείο Σκρέκας

Κτηνιατρείο Καραμιχάλη-Σκρέκας Veterinary Care

Κωνσταντίνου Καραμανλή 176, Θεσσαλονίκη